|
Κατά τη χειμερινή περίοδο τα Τζίτζινα ερημώνουν εντελώς, αφού οι κάτοικοι τους μεταβαίνουν στην κοντινή Γκοριτσά, όπου και ξεχειμωνιάζουν, για να επιστρέψουν και πάλι στα Τζίτζινα, όταν τα χιόνια έχουν πλέον λιώσει και η φύση φορά ξανά το πολύχρωμο ανοιξιάτικο πέπλο της. Ο ξενώνας του χωριού, που λειτουργεί και το χειμώνα, κάλλιστα μπορεί να γίνει το ορμητήριο σας για να γνωρίσετε τα Τζίτζινα, που προσφέρουν μεταξύ άλλων τη δυνατότητα πεζοπορικών εξορμήσεων στα πάμπολλα ορειβατικά μονοπάτια της περιοχής. Την καλύτερη όμως «γεύση» των Τζιτζίνων μπορείτε να την απολαύσετε στο μπαλκονάκι του παραδοσιακού καφενείου «Μοτίβο» της Τασίας Κυριακούλια, όχι μόνο ως μια υπέροχη πανοραμική άποψη του χωριού, αλλά και με τη μορφή μιας εύγεστης κα-ρυδόπιτας ή ενός σιροπια-στού γλυκού του κουταλιού, φτιαγμένα από την ίδια την κυρά-Τασία.
Επιστροφή και πάλι στη διασταύρωση του κεντρικού οδικού άξονα, για να κατευθυνθείτε δεξιά προς τον οικισμό της Καστάνι-τσας, τον επόμενο προορισμό του οδοιπορικού που απέχει 15 χλμ. από το σημείο της διασταύρωσης. Προσπερνώντας τη διακλάδωση του δρόμου που οδηγεί στο καταφύγιο του Πάρνωνα, η πετρόκτιστη βρύση του Αυριαλού στα αριστερά σας, θα σας προσκαλέσει να ξεδιψάσετε με το κρυστάλλινο νερό της και να κολατσίσετε στο πέτρινο τραπεζάκι δίπλα της, στάση υποχρεωτική και επιβεβλημένη για ντόπιους, αλλά και περαστικούς.
|
Προσεγγίζοντας κατόπιν τη διασταύρωση του Αγίου Πέτρου και της Καστάνιτσας το θέαμα της Μεγάλης Τούρλας, της ψηλότερης κορυφής του Πάρνωνα (1.935 μ.) που ορθώνεται αγέρωχη πάνω από τους οικισμούς Σίταινα και Καστάνιτσα, θα σας καθηλώσει με την επιβλητικότητα και τη μεγαλοπρέπεια του. Και τελικά, ένας κατηφορικός οφιοειδής ασφαλτόδρομος που διατρέχει ένα πυκνό καστανόδασος (απ' όπου πήρε άλλωστε το όνομα του ο οικισμός) καταλήγει στα όρια της ειδυλλιακής Καστάνιτσας σε υψόμετρο 900 μ. Η άφιξη στην αρκαδική Καστάνιτσα σηματοδοτεί την παρουσία σας στην περιοχή του Κεντρικού Πάρνωνα, την περίφημη Τσακωνιά. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής του Πάρνωνα (στην οποία περιλαμβάνονται τα χωριά Καστάνιτσα, Πραστός και Σίταινα) αποτελεί η τσακώνικη διάλεκτος, μια γλώσσα με δωρικά κατάλοιπα που επιβίωσε σ' αυτή τη μικρή γεωγραφική ενότητα με δύο ιδιώματα: το βόρειο, στα χωριά Σίταινα και Καστάνιτσα, και το νότιο, στα χωριά Πραστό, Άγιο Ανδρέα, Τύρο, Μέλανα, καθώς και στο Λεωνίδειο. Η προέλευση της λέξης «Τσάκωνας» μπορεί να αποδοθεί στον όρο «Τσακώνι», που απαντά και σ' άλλα μέρη της Ελλάδας και σημαίνει «δύσβατος τόπος». Οι Τσάκωνες, που ήταν περιζήτητοι στην Κωνσταντινούπολη του Βυζαντίου για τις πολεμικές τους αρετές, παρέμειναν ανυπότακτοι και ανήσυχοι κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Κάτασπρες πετρόκτιστες κατοικίες, στέγες φτιαγμένες από σχιστόλιθους, α-σβεστωμένοι τοίχοι, πλακόστρωτα καλντερίμια και πλατείες, παραδοσιακές ταβέρνες και καφενεδάκια, συνθέτουν την εικόνα της απροσδόκητα όμορφης Καστάνιτσας που περισσότερο παραπέμπει σε Ζαγοροχώρια παρά σε οικισμό της Πελοποννήσου. Αναζητήστε -πεζοί πάντα- μέσα στα απλωμένα όρια της Καστάνιτσας το πυργόσπιτο του Καψαμπέλη και το Δημοτικό σχολείο του χωριού (1870), σεργιανίστε μέσα στα πάλλευκα σοκάκια της Καστάνιτσας για να αποκομίσετε την αίσθηση πως βρίσκεστε σε κάποιο κυκλαδίτικο νησί, αγοράστε ντόπια προϊόντα και είδη λαϊκής τέχνης από τα ράφια |